Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Τουριστικός οδηγός σπουδών 2010 – ‘11


Έναρξη τουριστικής περιόδου


Το ελληνικό κράτος, όχι μόνον επειδή μεγάλο μέρος του ΑΕΠ του προέρχεται από την εισροή τουριστικού συναλλάγματος, θυμίζει εκείνη την περίπτωση πριν λίγα χρόνια κάποιων γραφείων ταξιδίων, τα οποία κήρυξαν πτώχευση. Οι ιδιοκτήτες εγκατέλειψαν τη χώρα με άγνωστη κατεύθυνση, εν αντιθέσει με τους πελάτες τους· αυτοί έμειναν “αταξίδευτοι”. Όπως είναι επόμενο η «κρίση» δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη τη ναυαρχίδα του ελληνικού τουρισμού (sic), δηλαδή την Κέρκυρα, πλήττοντας τους τοπικούς tour-operators· η διοίκηση του Ιονίου Πανεπιστημίου, ενός ιδρύματος πλήρως εναρμονισμένου με τον παραθεριστικό χαρακτήρα του τόπου όπου φιλοξενείται, σύμπνοια η οποία προάγεται, σχέση που συσφίγγεται, όπως επανειλημμένα και επιτακτικά ζητείται από τους φορείς της εντόπιας οικονομίας, καλείται να διευθετήσει το πρόβλημα της στέγασης των φοιτητών, των οποίων τα καταλύματα τυχαίνει να είναι τα ίδια εκείνα τα θερινά των τουριστών. Παρά την αυξημένη μέριμνα που επιδεικνύεται προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια απευκταία εξέλιξη –οι φοιτητές με τη λήξη του ακαδημαϊκού έτους ειδοποιούνται πάντοτε εγκαίρως να εκκενώσουν εσπευσμένα τα ξενοδοχεία, ούτως ώστε να μη σημειωθεί η καταστροφική διασταύρωση τους με τους αντικαταστάτες τους– οι δυό τους, οι φαινομενικά ανόμοιες “κοινωνικές ομάδες”, συναντώνται।



Τουρίστες όπως εξόριστοι


Δίχως διάθεση να απαξιώσουμε, να μηδενίσουμε τις κινητοποιήσεις που καλώς λαμβάνουν χώρα, πέρα από τη συνήθη συνδικαλιστική/συντεχνιακή/οικονομιστική κοινοτυπία, η άρθρωση μιας, τρόπον τινά, πολιτιστικής κριτικής σε ότι αφορά το ζήτημα της στέγασης δεν νομίζουμε ότι βλάπτει। Τουναντίον πιθανόν να συμβάλει στο να προσλάβουν οι αντιδράσεις, επεκτεινόμενες, έναν πιο δημιουργικό και ευφάνταστο χαρακτήρα. Η παραπάνω “σύμπτωση” αυτής της ιδιότυπης “συγκατοίκησης” φοιτητών και τουριστών θα έπρεπε να μην παρακάμπτεται λόγω του ότι λαμβάνεται πρόνοια να μην έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο. Οι χειμερινοί ένοικοι θα ήταν γόνιμο να οσμισθούν τα ίχνη τους, να διαισθανθούν την παρουσία των προκατόχων τους στο μίζερο διαμέρισμα. Να νοιώσουν το βαθούλωμα του αποτυπώματος του κορμιού τους στα στρώματα των κρεβατιών· τα κατάλοιπα της φευγαλέας διαμονής τους, όπως εξίσου παροδική θα είναι και η δική τους παρουσία. Να τους δουν, κοιταζόμενοι στους καθρέφτες του μπάνιου.


Είτε αυτό σας αρέσει, είτε και όχι, δεν αλλάζει· μπαίνουμε στη θέση των περαστικών εκδρομέων. Εδώ σε τούτες τις συντεταγμένες όπου, κατά ειρωνεία της τύχης, οι πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις συμβαίνει να συμπίπτουν με αυτές τις ξενοδοχειακές μονάδες, έτσι που να καταδειχθεί πιο εμφανώς τούτο που θα ίσχυε ούτως ή άλλως: Ότι τον ιδρυματισμό του «all-inclusive» και την εκσυγχρονισμένη εξαθλίωση των “διευκολύνσεων” μιας διαχωρισμένης από τη ζωή διδασκαλίας διέπει στενή συγγένεια. Εμείς και αυτοί, οι τουρίστες, αμφότεροι είμαστε καταναλωτές πακέτων· τουριστικών ή εκπαιδευτικών, ποσώς διαφέρει. Ο ρόλος που μας επιφυλάσσεται όταν καλούμαστε να παρακολουθούμε σιωπηλά προβαλλόμενες διαφάνειες σε περίκλειστες αίθουσες, παραδομένοι ως έρμαια στην καθοδήγηση των καθηγητών-ξεναγών, είναι εξίσου παθητικός με αυτόν των περιφερόμενων τουριστών που μετέχουν σε οργανωμένα τουρ, κάνοντας site-seeing, επαφιόμενοι, όντας χαμένοι και ανήξεροι, για τον κατατοπισμό τους στην “αυθεντία” του «tour guide». Η προσέγγιση του εκάστοτε «γνωστικού αντικειμένου» είναι κατά κανόνα το ίδιο τουριστική, από απόσταση, επιδερμική· είναι αυτή η διενεργούμενη υπό το πρίσμα της επαγγελματικής διδασκαλίας, αυτής της κλινικά αποκομμένης από την εμπειρία διαμέσου της οποίας μονάχα, της ενεργού συμμετοχής, βιωματικά, είναι δυνατό να αποκτηθεί η γνώση, η οποία διαθέτει το “μειονέκτημα” να μην είναι εμπορεύσιμη. Ως εκ τούτου επιλέγεται ο κατατεμαχισμός της σε ευπώλητες νεκρές, επομένως άχρηστες, πληροφορίες. Έναντι της βίωσης, ως υποκατάστατο, όπως ακριβώς στον τουρισμό, προκρίνεται η καταγραφή τους σαν 0 και 1 στην ψηφιακή κάμερα ενός παραθεριστή. Όπως από αυτόν, έτσι και από τους φοιτητές ζητείται κυρίως τεκμηρίωση.


Η λογική ουδέποτε περιελήφθη στη διδακτέα ύλη. Αντίθετα η μύηση στο να κάνει κανείς πράγματα τα οποία διαισθάνεται ότι είναι ανούσια και παράλογα, μαθαίνοντας παράλληλα να καταστέλλει, έως ότου να έχει εντελώς απωθήσει, αδρανοποιήσει, αυτήν του την προδιάθεση για υποβολή της ανοησίας σε κριτική, συγκαταλέχθηκε πάντοτε στα θέματα SOS. Προτού διαμαρτυρηθείς επειδή κινδυνεύεις να μην έχεις που να μείνεις, καλόν είναι να αναρωτηθείς γιατί μένεις, νομίζουμε εμείς. Αν είναι επειδή το θες εσύ, όντας απολύτως «συμφιλιωμένος» με όσα περιγράφηκαν παραπάνω όχι για κανέναν λόγο άλλον πέραν του ότι έχεις απολέσει τη δυνατότητα να τα διακρίνεις, ή αν επρόκειτο εξ αρχής για θέλημα θεού να καταλήξεις εκτοπισμένος εδώ στο νησί των Φαιάκων ως άλλος Οδυσσέας· αποτέλεσμα μιας «επιλογής» διόλου απρόβλεπτης, αντιθέτως εξίσου προκαθορισμένης με αυτήν του πακέτου διακοπών από τον αδειούχο του Αυγούστου, μια απομάκρυνση όχι λιγότερο ανεπαίσθητη, όχι περισσότερο θαρραλέα ή περιπετειώδης· αυτήν τη μη “απεμπόληση” της αμφιβολίας θα επέβαλε η τήρηση της λογικής τάξης των πραγμάτων.


Ωστόσο συμβαίνει όπως στην περίπτωση των, πια θεσμοθετημένων, φθινοπωρινών μαθητικών καταλήψεων, οι οποίες και λοιδορούνται από τους “υπεύθυνους” ενήλικες που προσάπτουν στα παιδιά ότι τα από πλευράς τους προβαλλόμενα αιτήματα δεν είναι αρκούντως σοβαρά, αλλά αποτελούν πρόσχημα για να χάσουν μάθημα. Τα κατηγορούν δηλαδή για το ότι δεν μπορούν, επειδή οι ίδιοι τους έχουν στερήσει την ικανότητα να το κατονομάσουν, να το πουν, να αρθρώσουν τι είναι αυτό το οποίο “ψυχανεμίζονται”· αλλά προσκρούοντας σε αυτήν την κατεστημένη ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, βάσει της οποίας την πρώτιστη σημασία κατέχουν τα οικονομικά και διαχειριστικά ζητήματα, ενώ το πραγματικό πρόβλημα, αυτό της απουσία νοήματος την οποία νιώθουν στο διαδικαστικό, τυπικό, χαρακτήρα της εκπαίδευσης, όπως και παντού, δεν νοείται καν να τίθεται, επιδεικτικά παραμελείται, συγκαλύπτεται –και ως εκ τούτου δεν παρέχονται στα παιδιά τα εφόδια, δεν διαθέτουν την παιδεία, τη γλώσσα για να το θέσουν–, καταφεύγουν, αρκούμενα σε αυτά, στην επίκληση των μόνων “διαπιστευμένων”, αναγνωρισμένης από τον κατεστημένο λόγο “εγκυρότητας”, αιτημάτων.


Έτσι τα αλλοπρόσαλλα ψελλίσματα για τη στέγη που στάζει και τα καλοριφέρ που δεν δουλεύουν οφείλουν να ιδωθούν ως αυτό πουν είναι: υποκατάστατα. Στη σχετική φιλολογία περί «φτώχειας» μετατίθεται η υπαρξιακή αγωνία ενώπιον της απόλυτης νοηματικής ένδειας που, απωθούμενη, με την κάθε σχετική με αυτήν νύξη να θεωρείται αδιανόητη –τουλάχιστον όσο και το ενδεχόμενο να υφίσταται κάποιος βαθύτερος λόγος για τον οποίο οι καταληψίες «θέλουν να χάσουν μάθημα», που να μην ξορκίζει η “εξήγηση” του φαινομένου και η συνακόλουθη τάχιστη προσπέραση του με την κατάθεση του κοινότυπου πορίσματος ότι «απλά βαριούνται», απόφανση που απαλλάσσει από τον κάθε περεταίρω προβληματισμό, μας σώζει έτσι από τη βαρεμάρα–, παραμένει ανέγγιχτη, δεν βρίσκονται πια οι λέξεις για να ειπωθεί. Ας σημειωθεί, ειρήσθω εν παρόδω, πως ο «άναρθρος χαρακτήρας», τον οποίο καταλογίζουν στη νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2008 οι επικριτές της, δεν είναι παρά γνώρισμα της αυθεντικότητας της· συνέπεια της αδιαφορίας να απολάβει τα διαπιστευτήρια του κυρίαρχου λόγου, της αυθόρμητης, πηγαίας, σχεδόν ασυναίσθητης, θέλησης, του πόθου, για μια άνευ προφάσεων, χωρίς προκάλυμμα, διαπραγμάτευση της απουσίας νοήματος· απόρροια του ότι αυτό ακριβώς ήταν που παρέμενε άρρητο και εξοβελιστέο, επομένως δυσχερέστερο να διατυπωθεί.


palm.gifΣύντομα βέβαια αυτά καταχωνιάστηκαν. Τον αντιπερισπασμό αυτή τη φορά προσέφεραν οι εργολάβοι της βίας, υποδεικνύοντας την εμμονή στην «κρατική καταστολή», τους «μπάτσους» κλπ, ως αναπλήρωση, ως τη σίγουρη οδό για να μη βρεθεί τρόπος να λεχθεί, αλλά να λησμονηθεί, εκείνο που υπήρχε η ανάγκη να ειπωθεί. Η ρωγμή σφραγίστηκε εν μια νυκτί. Δύο χρόνια μετά μοιάζουν τα πάντα σαν τίποτε, ποτέ, να μη συνέβη. Και επομένως οι φοιτητές, πολύ περισσότερο από τους μαθητές, έχοντας υποστεί όλη τη σχετική κατεργασία και, προς διαπίστωση της επιτυχούς της έκβασης, διέλθει τους απαραίτητους ποιοτικούς ελέγχους, μια διαδικασία διαλογής, εξακολουθούν και μοιάζουν να έχουν εμπεδώσει τον υφιστάμενο “κώδικα αξιών” και να μην τους περνά από το μυαλό ότι το πρωταρχικό πρόβλημα ίσως και να μην αφορά στην έλλειψη πόρων.[1] Έχουν μάθει να εθελοτυφλούν μπροστά στο γεγονός, που θα έπρεπε να είναι πασιφανές, ότι όλα γίνονται για το θεαθήναι, σαν από κεκτημένη ταχύτητα· παρόλο που κανείς δεν φαίνεται να πιστεύει στο νόημα τους, όλοι –με ελάχιστες τις εξαιρέσεις κυρίως όσων ευσυνείδητων δασκάλων καταβάλουν φιλότιμες, αλλά μάλλον ατελέσφορες προσπάθειες, να περισώσουν κάτι– θα προτιμούσαν να είναι κάπου αλλού, μισούν αυτό που κάνουν, το αντιμετωπίζουν ως μια αγγαρεία. Από τους φοιτητές που, δίχως αυτό να αποτελεί έκπληξη, αποφεύγουν να παρίστανται στα μαθήματα και για τους οποίους όλο ετούτο λογίζεται σαν μια τυπική διαδικασία που θα πρέπει να υποστούν μέχρις ότου γίνουν κάτοχοι ενός τίτλου σπουδών, ως τους «ιπτάμενους καθηγητές», οι οποίοι πετούν τριγύρω σαν οχληρές μύγες –συγκεντρώνοντας έτσι την απαραίτητη προϋπηρεσία για να φανούν αντάξιοι των καθηκόντων τους ως τουριστικοί οδηγοί–, και που ευχαρίστως θα θυσίαζαν αυτό που εκλαμβάνουν ως ένα αναγκαίο κακό, μια παρενέργεια που σαν κατάρα συνοδεύει τον ασήμαντο αγώνα τους για την καθιέρωση και ανέλιξη τους στο παραπαίον ακαδημαϊκό στερέωμα εις άγρα ενός κάποιου κύρους άλλωστε πια μάλλον αμφιλεγόμενου.



Μικρή “πραγματεία” περί «πραγματισμού»


Παρεκκλίνοντας για λίγο από την τουριστική μας περιήγηση, ας κάνουμε στο σημείο αυτό μια παρέκβαση συζητώντας το επιχείρημα όσων χαιρετίζουν τις επιμέρους, ποσοτικές, συντεχνιακές, διεκδικήσεις ως πρώτης τάξεως, λαμπρές ευκαιρίες για την επίτευξη «συσπείρωσης». Ομολογουμένως τέτοιες συγκυρίες, για όσους δεν δράττονται αυτών απρομελέτητα παρά για να κάνουν αυτό που περιγράψαμε παραπάνω, να διοχετεύσουν τη δυσανασχέτηση, της οποίας το αντικείμενο παραμένει ασυνείδητο, εκτονώνοντας την έμμεσα, επωφελούμενοι από το κατάλληλο γι’ αυτό το μασκάρεμα όχημα, δηλαδή για κανέναν άλλον πλην των αθεράπευτων ιδεολόγων, εξυπηρετούν αυτήν την «συσπείρωση» που, όμως, σε απλά ελληνικά, θα πρέπει να αποδοθεί ως εξής: ως ένας πρόσκαιρος “συνεταιρισμός”, κατά τα όσα υπαγορεύει το δόγμα «η ισχύς εν τη ενώσει». Όπου πρόκειται βέβαια για μια ισχύ διαπραγματευτική –έτσι κι αλλιώς αποδεικνυόμενη εξόχως ανεπαρκή, ατελέσφορη–, έναν τακτικό ελιγμό για τη «συλλογική κατάκτηση» όσων κανείς δεν θα διατηρούσε πιθανότητες να απολάβει, να αποσπάσει μόνος τους. Εντούτοις επιδιώκει να τα καρπωθεί ο ίδιος, είναι γι’ αυτόν μόνο του, για τον εαυτό του. Τα οικονομικά αιτήματα –και μετερχόμαστε εδώ τον όρο «οικονομικά» όχι με τη στενή, αυστηρή του σημασία–, συνεπώς, δεν μπορούν να είναι πραγματικά «ενωτικά», απευθύνονται σε αυτόν, κινητοποιούν τον εγωιστικό πυρήνα, αντενδείκνυνται για την προαγωγή της κοινότητας· κάθε σχετική βλέψη εμπεριέχει μιαν αγεφύρωτη αντίφαση και συνιστά τερατώδη πλάνη. Εκτός βέβαια και αν, ενστερνιζόμενοι μια μάλλον φιλελεύθερη, ατομικιστική, θεώρηση, αντικαταστήσουμε την κοινότητα με την προσέγγιση της κοινωνίας ως ένα «σύνολο ατόμων» που, ως τέτοια, μπορούν μόνο να “συνασπισθούν” ενίοτε, υποκινούμενα από το ατομικό συμφέρον. Εν τέλει, αντί του να συνεισφέρουν στο να οξυνθεί η κρίση, να επέλθει η «συνειδητοποίηση» των πολλών, όπως ελπίζουν, οι υποστηρικτές της άποψης που μόλις παρατέθηκε, καταδικάζοντας εαυτούς στο μονότονο μηρυκασμό μιας απαράλλακτης συνθηματολογίας, εξασφαλίζουν μια βέβαιη επιτυχία στην εξασθένιση του δικού τους αισθητηρίου, αν υποθέσουμε ότι υπήρξε αυτό ανεπτυγμένο, βυθιζόμενοι υπό το συντριπτικό βάρος της συνήθειας στη σύμβαση.


Εκπαιδευτικός τουρισμός


Αυτή η μέθοδος της διάβρωσης διαμέσου της αδυσώπητης εφαρμογής του δόγματος που διακηρύττει πως «η επανάληψη είναι μητέρα πάσης μαθήσεως», είναι ενδεικτική, όντας παρεπόμενο της, της φύσης του προωθούμενου τρόπου εκμάθησης, ο οποίος απροκάλυπτα προάγει τον κομφορμισμό. Ο «δημόσιος χαρακτήρας του Πανεπιστημίου», η «εξίσωση των ευκαιριών πρόσβασης στη γνώση», αποκαλύπτεται ως αυτό που πραγματικά είναι: Όχι, δηλαδή, ένας αληθινός εκδημοκρατισμός έναντι της μονοπώλησης της γνώσης από ελάχιστους εκλεκτούς, αλλά η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος του τετριμμένου που η προέλαση του υπήρξε μια διαδικασία η οποία συναντά την αντιστοιχία της στην εμφάνιση του μπανάλ του μαζικού τουρισμού. Η μαζική εκπαίδευση εξασφάλιζε πως, όντως, η γνώση θα έπαυε να είναι προνόμιο λίγων, μέσω της απλούστερης και πλέον σίγουρης οδού· αφανίζοντας την, στερώντας την από όλους, προτού προβεί στο άνοιγμα για το κοινό, με ελεύθερη πρόσβαση, της εισόδου του μαυσωλείου της, που, σαν αρχαίο ταφικό μνημείο υποβιβαζόμενο σε αξιοθέατο, αφού απηλλάγη από αυτό, κάθε ίχνος πνεύματος ξορκίστηκε και εκδιώχθηκε σαν προαιώνια φαραωνική κατάρα, προσφερόταν τώρα στο άπληστο μάτι της τουριστικής κάμερας, έτοιμης να εκδιώξει ότι απέμενε από την ψυχή του. Συντελέσθηκε, με άλλα λόγια, μια «εξίσωση» το ίδιο ισοπεδωτική, εφάμιλλη αυτής την οποία σήμανε η μεταβολή του ταξιδιού από πολύτιμη εμπειρία για την αποκλειστική τέρψη ευνοημένων, σε εμπορικό «αγαθό» προσιτό σε κάθε έναν καταναλωτή, συνεπαγόμενη την κατάργηση του. Η μετάβαση και στον πλέον απομακρυσμένο και εξωτικό προορισμό θα γινόταν εύκολη, έναντι ευτελούς αντιτίμου αλλά δίχως κόστος – που θα πει χωρίς αντίκτυπο· τίποτε δεν θα παρέμενε αθέατο, κανένα σημείο της υφηλίου άγνωστο ή μυστηριακό, για κανέναν. Επειδή όλα τους θα εξαφανίζονταν· και στη θέση τους, χωρίς κανείς να το πάρει είδηση, θα στηνόταν μια προσομοίωση. Το Ι.Π., ας το σκεφτούμε, διαθέτει ένα ασύγκριτο πλεονέκτημα έναντι άλλων ΑΕΙ· έχει το προτέρημα να είναι ένα ομοίωμα εγκατεστημένο, καθώς εδρεύει στην καρδιά ενός τουριστικού «προορισμού», στη μέση ενός τεράστιου θεατρικού σκηνικού. Κανείς απόφοιτος δεν δικαιούται να διαμαρτύρεται ότι το πτυχίο του δεν θα έχει αξία.


Είναι αυτή ανάλογη εκείνης μιας φωτογραφίας-σουβενιρ από τον τόπο των διακοπών. Το στιγμιότυπο εμφανιζόμενο αποτελεί το μόνο αξιοποιήσιμο στοιχείο που να συνηγορεί στην εμφάνιση αυτού του τού θέματος, του παραθεριστή, στο θέρετρο το οποίο «επέλεξε». Η εκεί παρουσία του, την οποία πασχίζει μάταια να τεκμηριώσει, επειδή δεν τη βιώνει, φωτογραφούμενος μανιωδώς με φόντο μνημεία που δεν είναι πια τέτοια, άλλα εμπορικά σήματα, κοινώς trademarks, παραμένει αναπόδεικτη· κανένα πειστήριο δεν υπάρχει ως προς το αυθεντικό αυτής. Και, εν τούτοις, η φωτογραφία είναι το μόνο που μπορεί να αποσπάσει, ελλείψει οποιουδήποτε πράγματος άλλου για να αποκομίσει· δεδομένης της αδυναμίας του να συνδεθεί με έναν τόπο που έχει εξανεμισθεί· εξαϋλωθεί εξ αιτίας του ριζικά εξωτερικού τρόπου, με τον οποίον ο «επισκέπτης» τον προσεγγίζει δίχως ποτέ να τον πλησιάζει. Ομοίως το πτυχίο, το αποδεικτικό φοίτησης, επιτελεί λειτουργία ανάλογη, προοριζόμενο να πιστοποιεί ότι ο νεαρός απόφοιτος κατανάλωσε πληροφορίες με την ίδια βουλιμία που ο τουρίστας καταβρόχθισε χιλιόμετρα και εικόνες οι οποίες απετέλεσαν αναπαράσταση μιας αναπαράστασης, αποδεικνύοντας πως αν το εκπαιδευτικό κατεστημένο προάγει την αποστήθιση, δεν είναι αυτό για άλλο λόγο από το ότι θεμελιακό συστατικό του, λειτουργία του, είναι η παράδοση στη λήθη. Ο νεαρός επιστήμονας, εντός ολίγου, από τα χρόνια που ξόδεψε στο πανεπιστήμιο δεν θα θυμάται περισσότερα από όσα ο εκδρομέας του Αυγούστου από τις ημέρες της άδειας του. Αμφότεροι μπορούν να κορνιζάρουν τα αποκτήματα τους, εσύ το πτυχίο, εκείνος τη φωτογραφία. Κρεμώντας τα στον τοίχο θα απολαμβάνουν το προνόμιο της θέας από απόσταση ασφαλείας όσων εναπόθεσαν εκεί, από φόβο θέλησαν να φυλακίσουν στο χαρτί, για να μην τα υποδεχθούν μέσα τους.



[1] Ενίοτε ωστόσο πίσω από την κοινοτυπία αυτή των προβαλλόμενων αιτημάτων κανείς μπορεί, διακρίνοντας μιαν ασυναίσθητη νύξη του αληθινού προβλήματος, να υποθέσει πως η ανάμνηση του, αυτού του απωθημένου, ενδόμυχα, λαθρόβια, εξακολουθεί και ανθίσταται, φυτοζωεί και εκφράζεται μόνον εμμέσως. Έτσι που, φερ’ ειπείν, ένα από τα πανό τα αναρτημένα στην τελούσα υπό κατάληψη Πρυτανεία θα επιδεχόταν διπλή ανάγνωση. «Δεν πληρώνουμε 90 Ε – Θα μένουμε Τζάμπα»· που θα πει: «Μένουμε τζάμπα και βερεσέ, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μένουμε· είμαστε εδώ χωρίς η παρουσία μας να διατηρεί κανένα νόημα».